ανεμικό

ανεμικό
το злой дух, демон

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "ανεμικό" в других словарях:

  • ανεμικό — το αερικό, δαιμόνιο: Οι νεράιδες είναι ανεμικά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ανεμικός — ή, ό (Μ ἀνεμικός, ή, όν) [άνεμος] μσν. ανυπόστατος, πλαστός νεοελλ. Ι. το θηλ. ως ουσ. 1. η ανεμική δυνατός άνεμος, θύελλα, καταιγίδα 2. ψυχική αναταραχή, συναισθηματική αναστάτωση 3. δύσκολη περίσταση, συμφορά II. το ουδ. ως ουσ. το ανεμικό… …   Dictionary of Greek

  • (ε)ξωτικό — το γενική ονομασία κάθε είδους δαιμόνων (όπως π.χ. είναι τα στοιχειά, οι καλικάντζαροι, οι νεράιδες, οι αράπηδες κτλ.), το δαιμονικό, αγερικό, ανεμικό, φάντασμα. ξωτικό το δαιμόνιο, φάντασμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»